Skip to content

η απαγγελια

March 24, 2011

Γυριζοντας στα μικρα μαθητικα  χρονια,  μια μερα σαν κι αυτη,  στο παλκο του μικρου θεατρου του δημοτικου σχολειου, το δεσποιναριον απαγγελει Τον Ματροζο του  Γεωργιου Στρατηγη.  Ειναι η δευτερη φορα που φερνω αυτο το ποιημα στο μπλογκ. Η προηγουμενη ηταν τον Γεναρη του 2008. Πριν τρια χρονια.  Τοτε ειχα πεντε αναγνωστες. Τωρα λιγο περισσοτερους.  Για τους καινουργιους φιλους λοιπον.  Ο Ματροζος ειναι το πιο αγαπημενο ποιημα των παιδικων μου χρονων.  Το ξερω ολο απ’ εξω χωρις να μου ξεφευγει λεξη. Το εχω απαγγειλλει πανω απο δεκα φορες σε σχολικες γιορτες, γιατι δε νομιζω να το ηξερε κανεις αλλος απ’ εξω.  Ο Ματροζος ηταν το αγαπημενο ποιημα του μπαμπα μου ο οποιος καποια στιγμη μου χαρισε μια ποιητικη ανθολογια.  Για να τον ευχαριστησω τον ρωτησα ποιο ποιημα θελει να μαθω απ’ εξω και να του απαγγειλω.  Τον Ματροζο μου απαντησε και τα ματια του σπινθηροβολησαν.  Κι εγω το μικρο δεσποιναριον παντα πιστο στο λογο του (οπως και το μεγαλο)  εμαθα το ποιημα κι ενα βραδυ, αφου τελειωσαν οι ειδησεις, σηκωθηκα εκανα υποκλιση και ειπα το ποιημα.  Περιττο να σας πω ποσο χαρηκε και στο τελος εκλαιγε οπως και οι δυο γεροι της ιστοριας.  Πρεπει επισης να σας πω οτι καθε φορα που το ελεγα στο σανιδι των μικρων μαθητικων θεατρων,  προσθετα και περισσοτερο στομφο, υφος και παθος. Δυναμωνα και χαμηλωνα τη φωνη και στο τελος εκλαιγε και ο θεατης. Το ποιημα ειναι συγκινητικο απο μονο του,  δεν χρειαζεται το μικρο κοριτσακι, αν το διαβασετε θα καταλαβετε τι λεω.  Γραμμενο σε δεκαπεντασυλλαβο στιχο με ομοιοκαταληξια, μαθαινεται ευκολα.  Δεσποιναριον με δαφνες στα μαλλακια και  γαλαζιο φορεμα στο σανιδι του δημοτικου σχολειου απαγγελει τον Ματροζο.

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους αμα δεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου λέγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

“Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω”,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ εν’ αναστεναγμό,
“Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή του έσωσα μια μέρα
απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη”.

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

“Εδώ τι θέλεις, γέροντα?” ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. “Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής?”. “Ποιος Κωνσταντής?”. “Αυτός… ο Ψαριανός”.
“Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!”.

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού:
“Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!”.

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε* τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

“Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή?” σε λίγο του φωνάζει,
“γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…”.
“Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές”, ο γέροντας στενάζει,
“τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…”.
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

“Ποιος είσαι, καπετάνο μου? Και ποιο ‘ναι το νησί σου?”,
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
“πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη?
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη?”

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι? Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της* εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρωνώ από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε* τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε* επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και “όρτσα! μάινα τα πανιά!” φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε* η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: “Τι κάνεις καπετάνο?”
Κι εγώ τους λέω: “Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…”.

Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε* θυμάσαι? Σου φωνάζω,
“Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς”, μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανεβούν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…”.

“Ματρόζε μου!” δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.

 

Σας φιλω γλυκα! Χρονια Πολλα.

Advertisements
21 Comments leave one →
  1. March 25, 2011 12:27 am

    Ο Χριστός κι η Παναγία!!
    αυτό δεν είναι ποίημα!
    αυτό είναι η Οδύσσεια στο πρωτότυπο βρε Δεσποινάριον!!
    Σε καλό σου!
    Εγώ πάλι, να μην μπορώ να μάθω ποίημα….! πού το πας;
    Τού χρόνου αυτή τη μέρα, δεσμεύομαι να γράψω επί του μπόγκεώς μου πώς εληξε άδοξα η μία και μοναδική απόπειρά μου να απαγγείλω ποίημα στο θεατράκι του Δημοτικού Σχολείου της Ακαδημίας, στη Ρόδο…
    Κια θα το κάνω του χρόνου, για να μην σού κλέψω την μπλογκοπαράσταση!!!
    (είπαμε, μεταξύ μπλόγκερ…αλληλεγγύη οὖμπερ ἆλλες!)

    υ.γ. ε ναί λοιπόν! Όλα περισπῶνται! χχεεεεχεε

    Χρόνια μας πολλά πολλά!

    • March 26, 2011 12:35 am

      Μπορεις να το γραψεις οποτε θελεις Γαβριλακιον. Δε μου κλεβεις τιποτα, αφου ξερεις οτι δε κολλαω σε τετοια. Χα χα φανταζομαι το Γαβριλακιον να χανει τα λογια του! Χρονια Πολλα.

  2. dekal permalink
    March 25, 2011 1:35 am

    Χριστός και Αποστολος Γκλέτσος!! Ολοκληρο το ειχες μάθει?? Καλα λεει ο Γαβριήλ αυτο ειναι Οδύσσεια…και επι το χουλιγουντιανόν θα ελεγα ειναι Μπεν Χουρ!! Ευγε!!!

    • March 26, 2011 12:32 am

      Ολο Δεσποινα μου, ολο και το θυμαμαι ακομα. Φιλια!

  3. March 25, 2011 2:57 am

    Μα για ονομα του θεου ! Πάντως φαίνεται σε σηκώνει το πάλκο της σκηνής . Aυτό το ποιημα πάντως αρχίζω και το μαθαίνω και εγώ 😉 xxo

    • March 26, 2011 12:31 am

      Ματια μου δεν υπηρχε παρασταση που να μην ειμαι μεσα. Θα σου φερω καποια στιγμη μια σκηνη στο σανιδι που ειμαι 8 χρονων κακια γρια. Το ποιημα το ειχες προλαβει εσυ την περασμενη φορα. Φιλια!

  4. March 25, 2011 8:42 am

    Καμιά φορά απορώ πώς εκείνη την εποχή μαθαίναμε τόσο μεγάλα ποιήματα!!! Τώρα, ούτε ένα στίχο δεν μπορώ να αποστηθίσω.
    ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ Δεσποινάκι μου.

    • March 26, 2011 12:29 am

      Χρονια Πολλα Μεροπη μου, ωραια και τοτε, ωραια και τωρα, αλλα τοτε αλλα τωρα.

  5. March 25, 2011 8:57 am

    Λατρεύω τις ασπρόμαυρες παλιές φωτογραφίες!!! Τις λατρεύω αλήθεια… Και τα ποίηματα, και τις αναμνήσεις από τότε που είμασταν μικρά και αθώα..:-) Χρόνια πολλά αγαπημένη μου και πολλά, πολλά, πολλά φιλιά!!!!!!!!!!!

    • March 26, 2011 12:23 am

      Χρονια Πολλα Ευακι, και του χρονου με… μπακαλιαρο 😛 😆

  6. March 25, 2011 9:53 am

    Και του χρόνου , ανεξάντλητε θησαυρέ!
    Με συγκίνησες πολύ πολύ! Φαντάζομαι τον στόμφο και τις αλλαγές στο βλέμμα και στη φωνή!
    Σε φιλώ πολύ πολύ και σου στέλνω “εικονικές” κάλες από τον κήπο της μαμάς μου για την ημέρα!

    • March 26, 2011 12:22 am

      Δεν φανταζεσαι τι υποκριτικη επεφτε Ποπη μου. Τρελλα με το σανιδι. Οι καλες της μαμας σου πολυ ομορφες και ευχαριστω!

  7. orfia permalink
    March 25, 2011 12:34 pm

    Με συγκινησες μεγαλη γυναικα και η μερα μου σημερα τραβαει την ανηφορα της λογω γιορτης.. 😦 Αχ Δεσποινακι μου !!! Σου στελνω φιλια πολλα.

    • March 26, 2011 12:18 am

      Σε σκεφτομουνα σημερα πριν ακομα γραψεις το σχολιο. Οταν αναλογιζομουν ποιους ξερω που γιορταζουν. Φιλια κι απο μενα και πολλη αγαπη Ορφια μου.

  8. March 25, 2011 12:36 pm

    “Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
    οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!”.

    auto gia ton sebasmo pros tous anthropous… eite mikroi eite megaloi… 😦 😦

    • March 26, 2011 12:16 am

      Ειμαι σιγουρη μα παααρα πολυ σιγουρη οτι γι αυτο το στιχο αρεσε και στον μπαμπα μου. Σεβοταν τους παντες. Μιλουσε στον πληθυντικο σε ολους και το εννοουσε. Χρονια Πολλα φορ γουατ ιζ γουωρθ Λονλινακι μου.

  9. March 26, 2011 8:43 am

    Καλέ ναι, μαθαίναμε κάτι τέτοια ποιήματα τότε… Όχι τόσο μεγάλα βέβαια, αλλά κάτι κατεβατά θυμάμαι κι εγώ να περνούν μπροστά από τα μάτια μου! Το συγκεκριμένο πάντως είναι λίγο άθλος να το μάθεις 🙂
    Φιλιά, καλό σ-κ!!

  10. March 26, 2011 11:52 am

    Αν εχεις μυαλο 8 χρονων ολα τα μαθαινεις Γουιντερση μου. Καλο Σ/Κ και σε σενα και φιλια.

  11. astraia permalink
    March 26, 2011 1:50 pm

    Θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας κάτι που μου είπε μια Γαλλο-Καναδέζα συνάδελφος εδώ και λίγα χρόνια, την ώρα που πίναμε καφέ μετά από την παρέλαση της 25ης Μαρτίου στο Μοντρεάλ.
    Θα ήθελα, μου είπε, να ήμουνα στην θέση σου για μία μόνο ημέρα. Να αισθανθώ όπως αισθάνεσαι εσύ, όπως αισθάνεται ένα άτομο που έχει συγγενείς τον Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Κανάρη, όχι κατάδικους και γυναίκες ελαφρών ηθών.
    Ευχαριστώ που μου ξαναθύμισες τον Ματρόζο, despinario.
    Χρόνια πολλά σε όλους για την χθεσινή ημέρα.

    • March 27, 2011 2:37 pm

      Ποση σημασια δινουμε λοιπον εμεις οι ανθρωποι στις ριζες μας! Ευχαριστω astraia απο το Μοντρεαλ για το σχολιο. Χρονια Πολλα και σε σενα.

  12. Andreas permalink
    May 2, 2012 10:52 am

    Τι Γλυκο…η πρωτη μου επαφη με τον Ματροζο ηταν ενα καλοκαιρι του 1971 παιδακι τοτε και προσπαθωντας τωρα να φρεσκαρω την μνημη μου πατησα την μαγικη λεξη και επεσα πανω στο despinarion και την τρυφερη του ιστορια…παντα να το θυμασαι και να το λες…αλλωστε…”αν οι ζητιανοι σαν και ‘με δεν εχυναν το αιμα ,οι καπετανιοι σαν και σε δεν θα φορουσαν στεμμα………………..

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: